γευθμός

γευθμός, ,
A = γεῦσις, Nic.Al.399.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γευθμός — γευθμός, ο (Α) η γεύση. [ΕΤΥΜΟΛ. < γεύομαι + (επίθημα) θμός (πρβλ. βαθμός, κλαυθμός, μηνιθμός] …   Dictionary of Greek

  • γευθμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευθμῷ — γευθμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -θμος — επίθημα που εμφανίζεται σε αρκετές λ. τής Αρχαίας, από τις οποίες μερικές μαρτυρούνται και στη Νέα Ελληνική. Προήλθε από τον συνδυασμό τού επιθήματος mo ( μο ) που δηλώνει ενέργεια, με την παρέκταση dh ( θ ) που απαντά και σε άλλα επιθήματα (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • ՃԱՇԱԿ — (ի, աց, եւ ոյ.) NBH 2 0171 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 7c, 12c, 14c գ. (որպէս թէ ճաշիկ իմն.) γεῦσις, γευθμός , γεῦμα gustatio, gustus, esca, cibus, edulia, sapor. Տեսութիւն համոյ ճաշուն, այսինքն կերակրոց եւ ըմպելեաց …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.